Έξοδο από το ευρώ ή Δημόσιο και Διεθνή εξευτελισμό;
Η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μια σπαζοκεφαλιά. Αφού κατάφερε δημοσιοποιώντας την διαδικασία των διαπραγματεύσεων, μάλιστα δε χωρίς να δημοσιοποιεί αυτές καθ' αυτές τις διαπραγματεύσεις, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται, σήμερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα.
Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται στο οριακό σημείο με τις αποκαλύψεις των φανερών αλλά και μυστικών συμφωνιών, που πρέπει με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο να πάρουν τον χαρακτήρα οικονομικών μέτρων.
Το ζήτημα είναι με ποια διαδικασία τα μέτρα αυτά ούτε να περάσουν από το κοινοβούλιο αλλά, και να αποκτήσουν μια νομιμοποιητική βάση, ώστε να ξεκλειδώσουν τα χρήματα εξάρτησης και υποταγής στην δουλεία χρέους.
Έχει να αντιμετωπίσει την συνέχιση της λιτότητας αλλά θα πρέπει να την συνδέσει μα την πολιτική ρητορεία της μη λιτότητας. Δηλαδή, ενώ η πολιτικής της λιτότητας θα συνεχίζεται, στο επίπεδο των δημόσιων σχέσεων με τους εταίρους και με αποδέκτη τον λαό, η λιτότητα να μην έχει τα σύμβολα που την ορίζουν.
Αυτό, εκ των πραγμάτων είναι ιδιαίτερα δύσκολο γιατί μια τέτοια συμφωνία με τους Γερμανούς κατά κύριο λόγο, θα είχε ως αποτέλεσμα την αθέτηση των υποστηρικτικών υποσχέσεων στους Σαμαράδες της Ισπανίας και της Ιταλίας.
Το ζήτημα της διαχείρισης μιας τέτοιας συμφωνίας για το εσωτερικό της Γαλλίας και την αντιμετώπιση της ανόδου της Γαλλικής ακροδεξιάς, θα μπορούσε να δώσει στον Ολάντ ένα σημαντικό χέρι βοηθείας, κάτι όμως που οι Γερμανοί συνήθως δεν το κάνουν,ακόμη και αν διαλυθεί ο Γαλλογερμανικός άξονας.
Αυτή η παραδοχή για τους Γάλλους, με κοντινό το περιβάλλον του Β' παγκοσμίου πολέμου και το σπάσιμο των συμφωνιών Γερμανίας - Γαλλίας δεν επιτρέπουν στην Γαλλική κυβέρνηση να υιοθετήσει μια τέτοια στρατηγική ήττας της Ελληνικής "Αριστερή" ρητορείας, που στα μάτια των αγαθών Ελλήνων θα φαινόταν νίκη εναντίον της πολιτικής της Γερμανίας, της πολιτικής της λιτότητας, αλλά θα αποτελούσε εκ των πραγμάτων καθαρή ήττα. Και τούτο διότι δεν εμπιστεύονται τους Γερμανούς.
Ήδη, ενώ το κλίμα υποδοχής της ήττας και της στρατηγικής και της ρητορείας της αριστεροδεξιάς Ελληνικής κυβέρνησης προετοιμάζεται με γρήγορους ρυθμούς ως έντιμος συμβιβασμός, από την άλλη πλευρά της Γερμανικής εξωτερικής οικονομικής πολιτικής, το κλίμα αποκτά πολεμικά χαρακτηριστικά που στοχεύουν στο ξεβράκωμα της κυβέρνησης και τον τερματισμό της όποιας ελπίδας μπόρεσε να δημιουργήσει η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούσαν να επενδύσουν σε μια ήττα της Γερμανίας, αυτό θα έπρεπε με κάποιο σαφή τρόπο να συνδεόταν με την Ελληνική Κυβέρνηση στο επίπεδο των παροχών εκμετάλλευσης ή συνεκμετάλλευση της Ελληνικής οικονομίας με προνομιακές συμβάσεις εξάρτησης , τόσο προς την Γαλλία όσο και προς Ιταλία και Ισπανία.
Κάτι τέτοιο όμως δεν αποτελούσε σχεδιασμό της Ελληνικής πλευράς, γι' αυτό φρόντισαν μέσω των δηλώσεων Βαρουφάκη και Τσίπρα να κοπούν όλες οι γέφυρες που ενδεχομένως να επέτρεπαν έναν συμβιβασμό και μια αμοιβαία οικονομική συμφωνία στο επίπεδο της μυστικής διπλωματίας.
Ταυτόχρονα η προσπάθεια να αποδείξει την "ανωριμότητα" της προηγούμενης περιόδου και με σαφή αλλά έμμεσο τρόπο να υποστηρίξει με παράδειγμα προς το λαϊκό Ευρωπαϊκό΄κόμμα πως δεν διακατέχεται από κανέναν ρεβανσισμό αλλά τουναντίον δεν θα ήταν άσχημο μια σοσιαλδημοκρατική μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση αναζητά απεγνωσμένα άτομα που σηματοδοτούν τις πολιτικές της Μερκελική λιτότητας σε καίριες θέσεις της Δημόσια Διοίκησης, άτομα δηλαδή που προέρχονται είτε από την "συνεργάσιμη" με τους Γερμανούς, Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία είτε από την "συνεργάσιμη" ούτως ή άλλως με τους Γερμανούς, Ελληνική Δεξιάς.
Παρ' ότι λοιπόν στο επίπεδο των συμβολισμών, η κυβέρνηση δηλώνει της προσαρμογή της στον Πολιτικό Ρεαλισμό, εντούτοις η συνέχιση της προεκλογικής ρητορείας αλλά και το "λάθος" του Ελληνικού λαού να αμφισβητήσει την Γερμανική Παντοκρατορία, να αμφισβητήσει δηλαδή το κυριαρχικό Εγώ της Γερμανικής ανωτερότητας και να ψηφίσει παρά τις προειδοποιήσεις τον ΣΥΡΙΖΑ, απόφαση που ξεσήκωσε τμήματα λαών σε ολόκληρη της Ευρώπη, αλλά και πέραν αυτής, η αμφισβήτησης αυτής της επικυριαρχίας, αποτελεί σοβαρή αιτιολογία να θέλει η Γερμανία να τιμωρήσει στην γέννεση της κάθε ανάγωγη φωνή, κάθε ανάγωγη στάση.
Στο πρόσωπο της Ελλάδας θέλει να τιμωρήσει εκ των προτέρων τον Ισπανικό Λαό του Ποδέμος, τον Ιταλικό Ευρωσκεπτικισμό της Δεξιάς, τον Γερμανικό Ευρωσκεπτικισμό και κάθε άλλη απόπειρα εναντίωση στην καθαρότητα και το αλάθητο της Γερμανικής αυτοκρατορικής σκέψης.
Για τους Γερμανούς, η αμφισβήτηση του κυριαρχικού Είναι και του κυριαρχικού Εγώ της οικονομικής και φυλετικής υπερδύναμη καθαρότητας υποσκελίζει κάθε πολιτική συμβιβασμών ή ελαστικοποίησης οικονομικών και διπλωματικών σχέσεων, ακόμη και αν μονομερώς από μια συμφωνία διπλωματικής οικονομικής σχέσης με την Ελλάδα, θα εξασφάλιζε οικονομική μονομέρεια υπέρ των Γερμανικών συμφερόντων.
Επομένως η Ελληνική κυβέρνηση, όσο και χώρο να δώσει στην γερμανική πλευρά, όσο και αν συμβιβαστεί, στο τέλος πρέπει να επιλέξει. Ή την έξοδο από το ευρώ ή τον δημόσιο εξευτελισμό.
Η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μια σπαζοκεφαλιά. Αφού κατάφερε δημοσιοποιώντας την διαδικασία των διαπραγματεύσεων, μάλιστα δε χωρίς να δημοσιοποιεί αυτές καθ' αυτές τις διαπραγματεύσεις, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται, σήμερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα.
Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται στο οριακό σημείο με τις αποκαλύψεις των φανερών αλλά και μυστικών συμφωνιών, που πρέπει με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο να πάρουν τον χαρακτήρα οικονομικών μέτρων.
Το ζήτημα είναι με ποια διαδικασία τα μέτρα αυτά ούτε να περάσουν από το κοινοβούλιο αλλά, και να αποκτήσουν μια νομιμοποιητική βάση, ώστε να ξεκλειδώσουν τα χρήματα εξάρτησης και υποταγής στην δουλεία χρέους.
Έχει να αντιμετωπίσει την συνέχιση της λιτότητας αλλά θα πρέπει να την συνδέσει μα την πολιτική ρητορεία της μη λιτότητας. Δηλαδή, ενώ η πολιτικής της λιτότητας θα συνεχίζεται, στο επίπεδο των δημόσιων σχέσεων με τους εταίρους και με αποδέκτη τον λαό, η λιτότητα να μην έχει τα σύμβολα που την ορίζουν.
Αυτό, εκ των πραγμάτων είναι ιδιαίτερα δύσκολο γιατί μια τέτοια συμφωνία με τους Γερμανούς κατά κύριο λόγο, θα είχε ως αποτέλεσμα την αθέτηση των υποστηρικτικών υποσχέσεων στους Σαμαράδες της Ισπανίας και της Ιταλίας.
Το ζήτημα της διαχείρισης μιας τέτοιας συμφωνίας για το εσωτερικό της Γαλλίας και την αντιμετώπιση της ανόδου της Γαλλικής ακροδεξιάς, θα μπορούσε να δώσει στον Ολάντ ένα σημαντικό χέρι βοηθείας, κάτι όμως που οι Γερμανοί συνήθως δεν το κάνουν,ακόμη και αν διαλυθεί ο Γαλλογερμανικός άξονας.
Αυτή η παραδοχή για τους Γάλλους, με κοντινό το περιβάλλον του Β' παγκοσμίου πολέμου και το σπάσιμο των συμφωνιών Γερμανίας - Γαλλίας δεν επιτρέπουν στην Γαλλική κυβέρνηση να υιοθετήσει μια τέτοια στρατηγική ήττας της Ελληνικής "Αριστερή" ρητορείας, που στα μάτια των αγαθών Ελλήνων θα φαινόταν νίκη εναντίον της πολιτικής της Γερμανίας, της πολιτικής της λιτότητας, αλλά θα αποτελούσε εκ των πραγμάτων καθαρή ήττα. Και τούτο διότι δεν εμπιστεύονται τους Γερμανούς.
Ήδη, ενώ το κλίμα υποδοχής της ήττας και της στρατηγικής και της ρητορείας της αριστεροδεξιάς Ελληνικής κυβέρνησης προετοιμάζεται με γρήγορους ρυθμούς ως έντιμος συμβιβασμός, από την άλλη πλευρά της Γερμανικής εξωτερικής οικονομικής πολιτικής, το κλίμα αποκτά πολεμικά χαρακτηριστικά που στοχεύουν στο ξεβράκωμα της κυβέρνησης και τον τερματισμό της όποιας ελπίδας μπόρεσε να δημιουργήσει η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αν οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούσαν να επενδύσουν σε μια ήττα της Γερμανίας, αυτό θα έπρεπε με κάποιο σαφή τρόπο να συνδεόταν με την Ελληνική Κυβέρνηση στο επίπεδο των παροχών εκμετάλλευσης ή συνεκμετάλλευση της Ελληνικής οικονομίας με προνομιακές συμβάσεις εξάρτησης , τόσο προς την Γαλλία όσο και προς Ιταλία και Ισπανία.
Κάτι τέτοιο όμως δεν αποτελούσε σχεδιασμό της Ελληνικής πλευράς, γι' αυτό φρόντισαν μέσω των δηλώσεων Βαρουφάκη και Τσίπρα να κοπούν όλες οι γέφυρες που ενδεχομένως να επέτρεπαν έναν συμβιβασμό και μια αμοιβαία οικονομική συμφωνία στο επίπεδο της μυστικής διπλωματίας.
Ταυτόχρονα η προσπάθεια να αποδείξει την "ανωριμότητα" της προηγούμενης περιόδου και με σαφή αλλά έμμεσο τρόπο να υποστηρίξει με παράδειγμα προς το λαϊκό Ευρωπαϊκό΄κόμμα πως δεν διακατέχεται από κανέναν ρεβανσισμό αλλά τουναντίον δεν θα ήταν άσχημο μια σοσιαλδημοκρατική μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση αναζητά απεγνωσμένα άτομα που σηματοδοτούν τις πολιτικές της Μερκελική λιτότητας σε καίριες θέσεις της Δημόσια Διοίκησης, άτομα δηλαδή που προέρχονται είτε από την "συνεργάσιμη" με τους Γερμανούς, Ελληνική Σοσιαλδημοκρατία είτε από την "συνεργάσιμη" ούτως ή άλλως με τους Γερμανούς, Ελληνική Δεξιάς.
Παρ' ότι λοιπόν στο επίπεδο των συμβολισμών, η κυβέρνηση δηλώνει της προσαρμογή της στον Πολιτικό Ρεαλισμό, εντούτοις η συνέχιση της προεκλογικής ρητορείας αλλά και το "λάθος" του Ελληνικού λαού να αμφισβητήσει την Γερμανική Παντοκρατορία, να αμφισβητήσει δηλαδή το κυριαρχικό Εγώ της Γερμανικής ανωτερότητας και να ψηφίσει παρά τις προειδοποιήσεις τον ΣΥΡΙΖΑ, απόφαση που ξεσήκωσε τμήματα λαών σε ολόκληρη της Ευρώπη, αλλά και πέραν αυτής, η αμφισβήτησης αυτής της επικυριαρχίας, αποτελεί σοβαρή αιτιολογία να θέλει η Γερμανία να τιμωρήσει στην γέννεση της κάθε ανάγωγη φωνή, κάθε ανάγωγη στάση.
Στο πρόσωπο της Ελλάδας θέλει να τιμωρήσει εκ των προτέρων τον Ισπανικό Λαό του Ποδέμος, τον Ιταλικό Ευρωσκεπτικισμό της Δεξιάς, τον Γερμανικό Ευρωσκεπτικισμό και κάθε άλλη απόπειρα εναντίωση στην καθαρότητα και το αλάθητο της Γερμανικής αυτοκρατορικής σκέψης.
Για τους Γερμανούς, η αμφισβήτηση του κυριαρχικού Είναι και του κυριαρχικού Εγώ της οικονομικής και φυλετικής υπερδύναμη καθαρότητας υποσκελίζει κάθε πολιτική συμβιβασμών ή ελαστικοποίησης οικονομικών και διπλωματικών σχέσεων, ακόμη και αν μονομερώς από μια συμφωνία διπλωματικής οικονομικής σχέσης με την Ελλάδα, θα εξασφάλιζε οικονομική μονομέρεια υπέρ των Γερμανικών συμφερόντων.
Επομένως η Ελληνική κυβέρνηση, όσο και χώρο να δώσει στην γερμανική πλευρά, όσο και αν συμβιβαστεί, στο τέλος πρέπει να επιλέξει. Ή την έξοδο από το ευρώ ή τον δημόσιο εξευτελισμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου