Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

 

Η Ρωμαϊκή Ταυτότητα στο Βυζάντιο

Πως λοιπόν κατάφεραν οι Ρωμαίοι να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο συνοχής και ομογένειας ξεκινώντας από μια «πολυεθνική αυτοκρατορία» (πρώιμη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία); Η απάντηση του Καλδέλλη είναι πως το κατάφεραν επειδή η εθνοτικότητα (δηλαδή η αντίληψη περί καταγωγής), αν και εμφανίζεται σποραδικά στις πηγέςστην πραγματικότητα ΔΕΝ ήταν ουσιώδες συστατικό της Ρωμαϊκής ταυτότητας. Το Ρωμαϊκό έθνος ήταν πολιτικοπολιτισμικό έθνος και όχι εθνοτικό. Η ρωμαϊκή ταυτότητα βασιζόταν στην κοινή γλώσσα, τον κοινό πολιτισμό, την κοινή θρησκεία, τα κοινά ήθη και τους κοινούς νόμους. Σε αυτό θέμα, σύμφωνα πάντα με τον Καλδέλλη, το Βυζάντιο μοιάζει με τις ΗΠΑ (“civic nation”).
Έναν παραλληλισμό που μπορώ να κάνω είναι η σύσταση του νέο-ελληνικού κράτους με το πλήθος των φυλών που την κατοικούσαν με κοινό τους στοιχείο εκτός της μητρικής γλώσσας που τους διαχώριζε , η κοινή θρησκεία που τους ένωνε . Αλλά από μόνη της δεν ήταν ικανή να τους καθορίζει εθνοτικά, δηλαδή αντίληψη κοινής καταγωγής.  Αυτό έγινε με πολιτικές , κυρίως ανορθολογικές του κράτους . Στο τέλος η κοινή συνείδηση όλων είναι ότι ανήκουν στον Νέο-Ελληνικό Έθνος. Υπάρχει δε η παραφιλολογία της συνέχειας με τους Αρχαίους Έλληνες.  Αλλά αυτό είναι μια άλλα ιστορία που δεν θα μας απασχολήσει εδώ.

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης ήταν επίσκοπος Αθηνών την εποχή της Αλώσεως του 1204. Εκτός από « ἀλλόφυλους / ἑτερογενεῖς τους » και τους Λατίνους εισβολείς είχε να αντιμετωπίσει και την πολιορκία του « ὁμοεθνοῦς / ὁμογενοῦς » του Λέοντα Σγουρού που, ήδη πριν από την άλωση, αργότερα, Αττικο-Βοιωτία στο κράτος του. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης γράφει χαρακτηριστικά ότι «οι ετερογενείς φέρθηκαν στους Ρωμαίους  ηπιότερα από ότι αυτός ο ομογενής ».

Ο Νικήτας Χωνιάτης (αδελφός του Μιχαήλ) μας παραθέτει τους εθνοτικούς δείκτες που έκαναν τον Σγουρό «ομοεθνή/ομογενή» Ρωμαίο  στα μάτια του αδελφού του.

Ο Λέων Σγουρός με το που αποφάσισε να αυτονομηθεί από την Κωνσταντινούπολη έπαψε να είναι υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων . Ωστόσο συνέχισε να πιστεύει ότι ήταν Χριστιανός και Ρωμαίος και ο Μιχαήλ Χωνιάτης συνέχισε να τον θεωρεί «ομοεθνή/ομογενή» επειδή, σύμφωνα με την Νικήτα Χωνιάτη:

  1. Ο Χριστιανός Ορθόδοξος
  2. Μιλούσε τη γλώσσα των Ρωμαίων (Ελληνική)
  3. Φορούσε την  εσθήτα των Ρωμαίων

Παρόλο που είχε πάψει να είναι «πολιτικός Ρωμαίος», ο Λέων Σγουρός συνέχισε να είναι Ρωμαίος και «ομοεθνής/ομογενής» των άλλων Ρωμαίων, ακριβώς επειδή διέθετε το παραπάνω πολιτισμικό πακέτο εθνοτικών δεικτών .

Αυτή η Ρωμαϊκή ταυτότητα που είχαν κατά νου οι Χωνιάτες και ο ίδιος ο Σγουρός δεν ήταν « απλά και μόνο πολιτικοθρησκευτική». Γι΄αυτούς τους άνδρες,  Ρωμαίος  ΔΕΝ ήταν « απλά και μόνο ο Ορθόδοξος υπήκοος του Βασιλέα των Ρωμαίων».

Αλλού ο Νικήτας Χωνιάτης ξεχωρίζει τον « ευγενή Ρωμαίο άνδρα » από τα « ετερόγλωττα γένη » της αυτοκρατορίας που στερούνται «παιδείας» και ελληνικής γλώσσας και θεωρεί απρεπείς οι Ρωμαίοι να είναι υπόφοροι προνοιαρίων * που είναι   μιξοβάρβαρα ανδράρια . Οι «μιξοβάρβαροι» είναι οι «εσωτερικοί «άλλοι»» και, εδώ ειδικά, είναι οι πολέμαρχοι από τα ετερογλώτερα γένη και τους αλλοδαπούς μισθοφόρους που έλαβαν πρόνοια από τον αυτοκράτορα.

Αυτοί οι εθνικοί/εθνοτικοί Ρωμαίοι που έχουν ως μητρική γλώσσα την Ελληνική δεν είναι «Έλληνες που είναι μόνο κατ' όνομα Ρωμαίοι», αλλά εθνικοί/εθνοτικοί Ρωμαίοι που, κατά κανόνα, δεν έχουν καλή κουβέντα για τους «δυσεβείς Έλληνες» της αρχαιότητας με τους οποίους δεν πιστεύουν ότι έχουν σχέση. Όταν εμφανίζεται το «ελληνιστικό ρεύμα» του 12ου αιώνα στους αττικίζοντες λόγιους, αυτοί ενδιαφέρονται περισσότερο να εφαρμόζουν τη διάκριση «Ἕλλην-βάρβαρος» για να διαχωριστούν ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ από τους ομοεθνείς /ομογενείς τους Ρωμαίους που μιλάνε την « χυδαία / ιδιόκτητη » γλώσσα (επιχωρημένη/δημοτική . Αυτοί οι αττικίζοντες «Έλληνες» λόγιοι του 12ου αιώνα ονομάζουν « βάρβαρο » όποιον βρίσκεται έξω από τα « θέατρα » (λέσχες λογίων) της Κωνσταντινούπολης, τα οποία ονομάζουν και « πανελλήνια », γιατί αυτά χωράνε άπαντες τους [λίγους αυτούς] λόγιους « Έλληνες ». Γράφει ο Καλδέλλης γι΄αυτόν τον ελιτιστικό κοινωνικό ελληνισμό του 12ου αιώνα, ότι ήταν αντιεθνικός στη φύση του ακριβώς γιατί, αντί να ενώνει όλους τους ελληνόφωνους σε μία εθνική/εθνοτική κατηγορία, στην πραγματικότητα τους διαχώρισαν σε αττικίζοντες και μη αττικίζοντες «βαρβάρους».

Γι αυτό ο Χωνιάτης σε μια από τις επιστολές του προς το δάσκαλό  του  Ευστάθιο Θεσσαλονίκης γράφει ότι «θεράπευε τις γλώσσες από βαρβαρισμό διδάσκοντάς τες να αττικίζουν» του παραπονούμενος πως «βεβαρβάρωμαι χρόνιος ὤν ἐν Ἀθήναις»  και περιγράφει το όχλο των Αθηνών που μιλούσε την δημοτική γλώσσα ως βάρβαρον «όχλο που βαρβαρίζει και δεν αττικίζει» και δυο αιώνες νωρίτερα, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος αποφάσισε να μην «ἐξελληνισθῆναι τὴν γλῶτταν τῇ ἀναλήψει παιδείας τῆς θύραθεν … τῆς ἔξωθεν».

Οι Αθηναίοι και οι λοιποί ελληνόφωνοι επαρχιώτες, καθώς και ο απλός κόσμος της Κωνσταντινούπολης, ήταν μεν  ομοεθνείς/ομογενείς Ρωμαίοι για τους ελιτιστικούς ελληνιστές του 12ου αιώνα, αλλά ήταν «βάρβαροι» και όχι «Έλληνες» επειδή δεν ήξεραν ν΄αττικίζουν. Κατά τον 12ο αιώνα, λοιπόν, άλλη είναι η εθνική/εθνοτική διάκριση μεταξύ Ρωμαίων και (μιξο)βαρβάρων και άλλη η κοινωνική/ελιτιστική διάκριση μεταξύ αττικιζόντων «Ελλήνων» και μη αττικιζόντων «βαρβάρων». Είναι κατά τον 13ο αιώνα, μετά την ταυτοτική κρίση που προκάλεσε η Άλωση του 1204 και η αντιπαράθεση με τους «Λατίνους», που οι λόγοι αρχίζουν να οραματίζονται για πρώτη φορά μια μορφή εθνικού/εθνοτικού Ελληνισμού. Αλλά αυτός ο εθνικός/εθνοτικός ελληνισμός ούτε διαχύθηκε έξω από τους λόγιους κύκλους ούτε βρήκε πλήρη απήχηση εντός αυτών.

Ας επανέλθουμε λοιπόν στην εθνική/εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα .

Πολλοί από τους βυζαντινολόγους που δεν δέχονται ότι πριν από το 1204 είχαν μια εθνική/εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα, δέχονται ότι η ταυτότητα αυτή υπήρχε στα διάδοχα Ρωμαϊκά κράτη μετά το 1204. Αλλά, όπως γράφει ο Καλδέλλης, αυτοί που μετά το 1204 μιλάνε για την αποκατάσταση της Ρωμανίας το 1204 , κατά συνέπεια, δεν εκφράζουν κάποια καινοτομία στο ζήτημα της ταυτότητάς τους.

Η εθνική/εθνοτική Ρωμαϊκή ταυτότητα προϋπήρχε και, τώρα που δεν υπήρχε η πολιτική ενότητα, απλώς αναδύεται πιο έντονα στις πηγές μας. Την είδαμε προηγουμένως στη Νικήτα Χωνιάτη που ξεκίνησε να γράφει στα τέλη του 12ου αιώνα, την βλέπουμε πολύ έντονη στον Μιχαήλ Ατταλειάτη που έγραψε την ιστορία του γύρω στο 1081 και την βλέπουμε στον Λέοντα τον Διάκονο που έγραψε την ιστορία του κάποια στιγμή μεταξύ 995-1000 μ.Χ

Δεν υπάρχει λ.χ. διαφορά στη ρωμαϊκή ταυτότητα που έχει κατά νου ο Ατταλειάτης όταν διαχωρίζει τους Ορθόδοξους Βυζαντινούς πολίτες στα μέρη γύρω από το Δυρράχιο σε Ρωμαίους και  Βούλγαρους και Αρβανίτες και στη Ρωμαϊκή ταυτότητα που έχει κατά νου ο Γεώργιος Ακροπολίτης όταν γράφει για τους Βούλγαρους  υπηκόους της Ροδόπης, ότι «σήκωσαν το ζυγό των  αλλόγλωσσων [Ρωμαίων] για να πάνε με τους ομοφυλόφιλους [Βούλγαρους της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας ]» και όταν βάζει τον Νικόλαο  Μαγλαβίτη να τους διαχωρίσει τους κατοίκους του Μελένικου σε Βούλγαρους (με αρχηγούς τον «Δραγώμα τους  καθαρούς » .

Για να ερμηνεύσει κανείς σωστά τις πηγές πρέπει να αντιληφθεί πως οι Βυζαντινοί συγγραφείς δούλευαν με δύο Ρωμαϊκές ταυτότητες . Η μία ήταν η sensu lato « Πολιτική Ρωμαϊκή » ταυτότητα ( Political Roman identitet ) και περιελάμβανε όλους τους Ορθόδοξους υπηκόους του Βασιλέα των Ρωμαίων , και είναι αυτή που συνήθως οι συγγραφείς περιγράφουν τη σχέση των Ρωμαίων με αλλοδαπούς λαούς (λ.χ. πόλεμοι μεταξύ Ρωμαίων και Βαρβάρων/Σκυθών – χριστιανλων στο θρήσκευμα). Η άλλη ήταν η sensu stricto « Εθνοτική Ρωμαϊκή » ταυτότητα ( Ethnic Roman identitet ), την οποία οι συγγραφείς πιο σπάνια χρησιμοποιούν,  όταν θέλουν να διακρίνουν τους ελληνόφωνους πληθυσμούς από τα ετερογλωσσά γένη που κατοικούν εντός της Ρωμανίας και είναι μόνον «Πολιτικοί Ρωμαίοι».

Εκείνο που θέλω να τονίσω με έμφαση είναι να αφήσετε τους Ρωμαίους και μην τους βαπτίζεται Έλληνες ούτε το «Βυζαντινό» Ανατολικο-Ρωμαϊκό  βασίλειο , Ελληνικό. Ποτέ δεν ήταν και οι επιστολές για βοήθεια των τελευταίων Παλαιολόγων από την Αγία Έδρα είχαν έναν ισχυρό ισχυρισμό εναντίον των συκοφαντιών των Λατίνων, διότι και ήταν και ένιωθαν Ρωμαίοι και Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Το Έλλην είχε να κάνει είτε με γεωγραφικά όρια ( Θέμα Ελλάδα) ή με την Γλώσσα . Η Ανατολική Αυτοκρατορία μιλούσε την Ελληνική και η Δυτική τα Λατινικά. Το μήλο της έριδος ήταν η υποταγή.

"Ετσι, τουλάχιστον μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τούς Οθωμανούς, είναι τόσο σαφές, ώστε να μην επιδέχεται αμφισβήτηση οτι οι 'ίδιοι χρησιμοποιούσαν κυρίως τον όρο «Ρωμαίοι» το κράτος συνιστούσε την «Ρωμαίων Αρχήν» και ώς προς την επικράτεια αναφέρονταν στην «Ρωμανία» ή στην «Ρωμαϊδα» ή στην «Ρωμαίων Επικράτεια» κλπ. Δεν πρόκειται για απλή νομική αντίληψη και έκφραση, άλλα για πλήρη συνείδηση ταυτότητας όταν ο τελευταίος αυτοκράτορας, πού θα προβεί στην ακραία πολιτική επιλογή ταυτίζοντας την προσωπική του τύχη με την τύχη του κράτους, του οποίου αποτελούσε την ύψιστη έκφραση, ύποσημαίνεται « πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ 'Ρωμαίων».

Ή δυτική Χριστιανοσύνη όμως δεν περιοριζόταν μόνο στην αμφισβήτηση της ρωμαϊκής τους ταυτότητας της Ανατολικής αυτοκρατορίας. 'Αμφισβητούσε επί πλέον ότι αποτελούσαν μέρος του χριστιανικού κόσμου. 'Αποκαλώντας τούς Ρωμαίους (Γραικούς) λευκούς Αγαρηνούς, οι Δυτικοί τους κατέτασσαν στην ίδια μοίρα με τε 'Ισλάμ, δηλαδή τους «άπιστους», κατ' εξοχήν εχθρούς της Χριστιανοσύνης. Μέσα από αυτή την οπτική ό Κάρολος Άνδεγαυός, αδελφός του Λουδοβίκου Θ', ανεξάρτητα από το πόσο ήταν σε θέση να πείσει άλλους χριστιανούς ηγεμόνες, μπορούσε να νομιμοποιεί την επιθετική του δράση εναντίον των Ρωμαίων ως προάσπιση όχι μόνο των προσωπικών του συμφερόντων, άλλα και της ακεραιότητας της Χριστιανοσύνης.
Η εξομοίωση των Ρωμαίων με τούς απογόνους της Αγάρ υποχρέωνε τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο να τονίζει με κάθε ευκαιρία στους πάπες ή στον βασιλιά της Γαλλίας τη χριστιανική πίστη των Ρωμαί<υν σέ Ολη τή διάρκεια τών διαπραγματεύσεων πού προηγήθηκαν τής ων σε όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων πού προηγήθηκαν της ‘Ενωσης των 'Εκκλησιών της Λυών (1274).

Για να κατανοήσετε το μέγεθος της έχθρας ανάμεσα στην Ανατολή και την Δύση σας παραθέτω αυτό το απόσπασμα:
«Ή 'Ορθοδοξία βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση όλων των κοινωνικών τάξεων, συστατικό θεμελιακό και αναπόσπαστο της ταυτότητας τους, δεν ήταν δυνατόν να απεμποληθεί ακόμη και αν το καλούσαν επιταγές πού απέρρεαν από την πολιτική πράξη, όπως η «Ενωση των 'Εκκλησιών». Ή επιλογή του Μιχαήλ Η' να υπαγάγει την ορθόδοξη 'Εκκλησία στην "Αγία "Εδρα, προκειμένου να πλήξει τον εχθρό της Ρωμανίας Κάρολο Άνδεγαυό, προκάλεσε στη ρωμαϊκή κοινωνία σημαντική ένταση, ή όποια κατέληξε σε κλιμάκωση βίαιων άντιδράσεων και καταστολής αντίστοιχα. Δύο παραδείγματα αρκούν για να καταδείξουν πόσο αυτή ή πρωτοβουλία καταδικάστηκε όχι μόνο ώς υποθήκη για το μέλλον άλλα και ως προδοσία αυτής της ίδιας της 'Ορθοδοξίας, πεμπτουσίας του Ρωμαϊκού κράτους. Μία προσωπικότητα της Κωνσταντινούπολης ό Μελέτιος, γνωστός ως «άγιος», τιμωρήθηκε με εκτομή της γλώσσας επειδή δεν δίστασε αποτεινόμενος στον αυτοκράτορα να τον αποκαλέσει δημόσια δεύτερο 'Ιουλιανό. Ή σορός του Μιχαήλ Η' δέκα χρόνια σχεδόν αργότερα έτυχε ευτελέστατης ταφής από το γιο και διάδοχο του 'Ανδρόνικο Β', ό όποιος με τον τρόπο αυτό υπογράμμιζε την πίστη του στην 'Ορθοδοξία και την αποδοκιμασία του για την πολιτική πρακτική του πατέρα του στα θέματα της 'Εκκλησίας»


Κατ' εξαίρεση μια «εθνική ελληνική συνείδηση» (την πεποίθηση ότι το να είσαι Έλληνας συνεπάγεται να μοιράζεσαι μια κοινή γλώσσα, θρησκεία, τρόπο ζωής και εθνική καταγωγή) μπορείς  να την αναζητήσεις μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα μχ. Εκείνο που αποκρύπτεται με κάθε σπουδή είναι ο «Εκρωμαϊσμός» των Αρχαίων Ελλήνων.  Στην συνέχεια αυτή  η συνείδηση «παντρεύτηκε» την Ρωμαϊκή που οδήγησε στην Ρωμαιοποίηση και έτσι  εμπεδώθηκε και σφυρηλατήθηκε μέχρι και το τέλος   του 1453 . Ότι γεννήθηκεω ως συνέχεια, γεννήθηκε μαζί με το Νέο- Ελληνικό Έθνος. Αυτό όμως που γεννήθηκε δεν δίνει σε κανέναν τυχοδιώκτη πολιτικό ή  τυχοδιώκτη Ακαδημαϊκό το δικαίωμα της παράφρασης της ιστορίας για Ελληνικό «Βυζάντιο» ή Ελληνική Αυτοκρατορία.
Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν την δική τους κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία, το κοινό τρόπο ζωής, την κοινή καταγωγή αίματος, την δική τους κοινή ενδυμασία που όσο και αν θέλουν οι διάφοροι δήθεν Πνευματικοί αυτού του τόπου να παραχαράξουν, ποτέ δεν θα αποδείξουν την συνέχεια των Αρχαίων Ελλήνων είτε με τους Ρωμαίους της Κωνσταντινούπολης είτε με τους Νέο- Έλληνες ( Ελλαδίτες)* της σημερινής εποχής.
Μόνο τους Εθνικιστές μπορούν να ικανοποιούν τέτοιες παραδοξολογίες και κατασκευές. Και το επίσημο παρακράτος ( και η εκκλησία αποτελεί επίσημο παρακράτος)  εξακολουθεί να κυβερνά παράγοντας και αναπαράγοντας Εθνικιστές.

 

 

·       Ο θεσμός της Πρόνοιας ήταν πολιτική που εφαρμόστηκε από τους Κομνηνούς (από τoν 11o αιώνα) και χαρακτηρίστηκε ως αριστοκρατικός πατριωτισμός. Οι στρατιώτες αποδέκτες των προνομίων αυτού του θεσμού ονομάζονταν προνοιάριοι ή στρατιώτες και έγιναν η άρχουσα τάξη. Οι προνοιάριοι ήταν έφιπποι πολεμιστές που συμμετείχαν σε εμφύλιους πολέμους. Επίσης ο αυτοκράτορας τους παραχωρούσε αγροτικές εκτάσεις ή το δικαίωμα είσπραξης φόρων με αντάλλαγμα την παροχή (πρόνοια) στρατιωτικής υπηρεσίας. Γι' αυτό τον 11ο αιώνα πολλοί ήθελαν να είναι στον στρατό σε αντίθεση με πιο παλιά χρόνια όπου το απέφευγαν και προτιμούσαν άλλα επαγγέλματα.

·       Ελλαδίτες =  αρσενικό (θηλυκό Ελλαδίτισσα), (πατριδωνυμικό) Έλληνας που κατάγεται ή κατοικεί από την ή στην ελληνική επικράτεια σε αντιδιαστολή με Έλληνες άλλων περιοχών όπως η Κύπρος ή ο απόδημος Ελληνισμός.

Πηγές: Μαυρομάτης, Καλδέλλης, Smerdaleos wordpress

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου